Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

18. Αντίο, να προσέχεις, σ' αγαπώ [Επίλογος]

Και αφού η Φαίη τα είπε όλα στην Αποστολία για το πώς βρήκε τον Πέτρο και της εξήγησε αναλυτικά το … «σχέδιό» της, έφτασε το βράδυ…  
   Οι παππούδες κοιμήθηκαν μαζί με τις γιαγιάδες στο σπίτι της Αποστολίας και της Φαίης.
   Η Φαίη πήγε να μείνει στο σπίτι της Μαρίας, με την οποία συμφιλιώθηκε μια και καλή πλέον.
   «Δεν θέλω να σε ξαναχάσω ποτέ. Όλες αυτές οι βδομάδες ήταν μαρτυρικές χωρίς εσένα…», έλεγε η μία στην άλλη. «Θα μείνουμε για πάντα φίλες, έτσι; Ακόμα και όταν θα μένουμε μακριά!» - «Εννοείται βρε χαζούλα!»
   «Πες μου τα πάντα. Για τον πατέρα σου, για το πώς τον βρήκες… Κάτι πήρε το αυτί μου ότι σε βοήθησε και ο αδερφός μου, ε;», είπε πονηρά η Μαρία.
   Η Φαίη έδωσε στη Μαρία το δώρο που της ετοίμαζε εδώ και καιρό – το άλμπουμ της φιλίας τους- και υποσχέθηκαν η μία στην άλλη πως δε θα ξεχάσουν ποτέ πόσο καλά περνούσαν και πόσο πολύ δυνατή ήταν η φιλία τους…
   Εκείνη τη νύχτα ο Βαγγέλης κρυφάκουσε τα πάντα, ό,τι έλεγαν τα κορίτσια. Άκουσε πως η Φαίη είπε στην αδερφή του ότι αυτός την κάνει να νιώθει ευτυχισμένη και χαρούμενη. Άκουσε πόσο ερωτευμένη και ενθουσιασμένη ήταν μαζί του και χάρηκε κι αυτός με τη σειρά του. Και μετά, όταν πήγαν και έπεσαν για ύπνο, εκείνος πάτησε στις μύτες των ποδιών του, μπήκε στο δωμάτιο της αδερφής του και φίλησε απαλά στο μάγουλο τη Φαίη σαν να της έλεγε «σε λατρεύω».
   Εκείνο το βράδυ επίσης, η Αποστολία και ο Πέτρος, πήγαν μια βόλτα με το αμάξι του Πέτρου στα Κάστρα, το σημείο της Θεσσαλονίκης που έχει την ομορφότερη θέα και μοιράστηκαν όλα όσα είχαν να πουν τόσα χρόνια… Ο Πέτρος είπε στην Αποστολία για τη Νάντια, τον αποτυχημένο του γάμο και τον άγριο κόσμο των ΜΜΕ… Της μίλησε για την πολιτική κι εκείνη τον άκουγε με προσοχή, παρ’ όλο που δεν την ενδιέφερε καθόλου αυτό το θέμα. Της είπε πως ποτέ δεν την έβγαλε απ’ το μυαλό του. Η Αποστολία δε σταμάτησε να κλαίει, ειδικά όταν έμαθε για τον θάνατο της καλύτερής της φίλης. «Δεν μπορώ να το πιστέψω…» Κατά βάθος όμως, χαιρόταν που είχε ξαναβρεί τον έρωτα της ζωής της κι αυτό χάρη στην κόρη της… Μια κόρη που την περνάει μόλις δεκαοχτώ χρόνια. Έξυπνη και φιλότιμη. Που ήξερε να καταφέρνει τους στόχους της. Και να φέρνει την ευτυχία… Γιατί έτσι είναι το όνομά της.
   Και μετά ο Πέτρος… Ο Πέτρος της, ο έρωτας της ζωής της. Ποτέ δεν φανταζόταν πως θα υπήρχε ένας και μοναδικός άντρας στη ζωή της. Όμως αυτός ο άντρας, τρία χρόνια μεγαλύτερός της, την έκανε να νιώθει ευτυχισμένη και κάθε φορά που τον σκέφτεται να χαμογελάει κρυφά. Αισθανόταν πάρα πολύ τυχερή.
  «Άτομα σαν εσένα δεν ξεπερνιούνται… Απλά σβήνονται για λίγο από τη μνήμη», της είπε ο Πέτρος όταν ηρέμησε. «Ποτέ μου δεν συγχώρησα τον εαυτό μου που σε άφησα. Νόμιζα πως αν απορροφηθώ από τη δουλειά θα σε ξεχνούσα μια για πάντα… Αλλά όταν η Φαίη μπήκε μέσα στο γραφείο μου εκείνο το πρωινό και μου είπε ποια είναι… τότε όλα ήρθαν στο μυαλό μου ξανά. Και η Φαίη… η Φαίη μου θυμίζει τόσο πολύ πόσο σας αγαπώ και τις δύο…»
   Δεν μπορούσαν να σταματήσουν να φιλιούνται και να αγκαλιάζονται σφιχτά. Ήταν σαν να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα από τότε που τα πρωτοφτιάξαν… Ακόμη και μετά από τόσο καιρό, το πάθος τους δεν είχε σβήσει. Και ανυπομονούσαν να βρεθούν μόνοι για να ξανατρέξουν σε λιβάδια καταπράσινα, να κυλιστούν μέσα σε θάμνους και λουλούδια και να κοιτάξουν για άλλη μια φορά τα πυροτεχνήματα να σκάνε στον ουρανό, πάνω απ’ το κεφάλι τους, χαρίζοντάς τους ένα υπέροχο συναίσθημα…
   Την επόμενη μέρα η Αποστολία έβγαλε από το συρτάρι το ημερολόγιό της, το μπλε τετράδιο με τις ροζ κορδέλες και άρχισε πάλι να γράφει… Είχε μείνει μόνο μία σελίδα. Η τελευταία. Λες και κάποιος ήξερε πως αυτή η σελίδα έπρεπε να συμπληρωθεί κάποια μέρα… αλλιώς το ημερολόγιο θα έμενε ανολοκλήρωτο. Και κάθε ιστορία έχει το τέλος της. Καλό ή κακό. Η Αποστολία έγραψε για το πόσο ευτυχισμένη ήταν που είχε τη Φαίη και πως αν δεν υπήρχε αυτή, δεν θα είχε ξαναβρεί τον Πέτρο και δεν θα ζούσε ποτέ την ευτυχία της οικογένειας. Έγραψε για το πόσο όμορφη ήταν η ζωή, αλλά και για το πόσο άδικη μπορούσε να γίνει καμιά φορά, εννοώντας τον θάνατο της Νάντιας. Και από κάτω με έντονα γράμματα: «ΤΕΛΟΣ».
   Η Μαρία και ο Βαγγέλης έφυγαν στην Αθήνα ένα μήνα αργότερα. Η Φαίη στενοχωρήθηκε πάρα πολύ. Δύο από τα σημαντικότερα άτομα της ζωής της έφευγαν μακριά. Ωστόσο, το γεγονός ότι βρήκε τον πατέρα της και ένωσε δύο οικογένειες που είχαν χωριστεί για πολύ καιρό, την έκανε περήφανη και ευτυχισμένη. Η Μαρία της υποσχέθηκε πως τουλάχιστον μια φορά το μήνα θα έρχονται στην Θεσσαλονίκη. Θα επικοινωνούν με e-mail όσο καιρό θα είναι μακριά. Ο Βαγγέλης τη φίλησε και της είπε πως δεν θα την ξεχάσει ποτέ, όσο μακριά κι αν πάει. «Σ’ αγαπώ», της είπε την τελευταία φορά που της είπε και η Φαίη πέταξε στα σύννεφα.
   Η Φαίη βελτιώθηκε πάρα πολύ στα Αρχαία με τη βοήθεια της Αποστολίας. Ο Πέτρος την βοηθούσε στα Μαθηματικά, αν και η Φαίη δεν το είχε ανάγκη. Πήγαιναν μαζί στον κινηματογράφο, στο λούνα παρκ και έζησαν στιγμές που έχασαν όλα αυτά τα χρόνια. Η Φαίη δεν είχε πρόβλημα πλέον. Ήξερε τι θα πει «οικογένεια».
   Ο Πέτρος και η Αποστολία παντρεύτηκαν μετά από έναν χρόνο, όταν η Φαίη ξεκινούσε το λύκειο. Ο Πέτρος της έκανε πρόταση γάμου σ’ ένα ταξίδι που τους είχαν κάνει δώρο οι γονείς τους στο Παρίσι. Τα ξαναβρήκαν και οι δύο με τους γονείς τους. Ζήτησαν συγνώμη και μετάνιωσαν που δεν μιλούσαν τόσα χρόνια.
   Τα κανάλια δεν έμαθαν τίποτα για τον γάμο κι έτσι ο Πέτρος και η Αποστολία είχαν την ησυχία τους. Παντρεύτηκαν σε μία μικρή εκκλησία έξω από τη Θεσσαλονίκη, ένα Σαββατιάτικο απόγευμα του Σεπτεμβρίου. Η Φαίη είχε καλέσει την οικογένεια του Βαγγέλη και της Μαρίας, οι οποίοι ήρθαν από την Αθήνα αποκλειστικά και μόνο για τον γάμο. Ο Βαγγέλης και η Φαίη δε μιλούσαν πολύ. Μιλούσαν όμως με τα μάτια. Η Φαίη συνέχισε να ζει όπως της είχε πει ο Βαγγέλης. Ξέχασε το χθες κι έζησε το σήμερα. Το αύριο την απασχολούσε ακόμα λιγότερο. Ο Βαγγέλης κατά βάθος ένιωθε υπερήφανος, γιατί κι αυτός είχε βοηθήσει στο να ξαναβρεί η Φαίη τον πατέρα της και να ξεκινήσει μια καινούρια ζωή. Η Μαρία γελούσε και συζητούσε με τη Φαίη. Καμιά τους δεν περίμενε μια τέτοια εξέλιξη μέσα σε τόσους λίγους μήνες.  
   Μπορεί η Νάντια, που τόσο είχε αγαπήσει Φαίη, να μην ήταν εκεί, γιατί ο αυθορμητισμός και η αφέλειά της, της κόστισαν τη ζωή πριν από δέκα περίπου χρόνια, όμως τους έβλεπε από πάνω και χαιρόταν και δάκρυζε από συγκίνηση. Ενδεχομένως γι’ αυτό η Φαίη να ένιωσε πως ψιχάλιζε. Κοίταξε τα άστρα και έκανε μια ευχή. Να μην τελειώσει ποτέ αυτό το υπέροχο όνειρο…




   Αν αγαπάς, προσπάθησε να το ζήσεις όσο πιο δυνατά μπορείς… Γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερη τύχη από το να ξέρεις να αγαπάς και να αγαπιέσαι!

                                                                    Αγάπη Α.
                                                                  Ιούλιος 2007